Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑΚΙ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΓΡΑΨΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΔΙΣΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΣΤΟΝ Π.

11/9/2000

«Ξέσπασμα!»


1972-Θεσσαλονίκη…..Η Χούντα έξω στους δρόμους και μέσα στα σπίτια μας….

Η τηλεόραση παιανίζει τα στρατιωτικά της εμβατήρια καθ’άπασαν την επικράτειαν.Στο σχολείο ο κύριος καθηγητής της Ωδικής συνθέτει τον ύμνον της 21ης Απριλίου και εμείς με το λεμόνι στα μαλλιά για να μην μας στείλουν στον κουρέα τραγουδάμε νυσταλέα με τη τσίμπλα στο μάτι το γελοίο του τροπάριο.Στην Αθήνα στο «ΚΥΤΤΑΡΟ» ο Σαββόπουλος και κάποια φρικιά κάνουν κατάσταση με τις όμορφα παράξενες μουσικές τους και βάζουν φωτιά στα όργανα και στις παρέες.Ξέσπασμα!Δύο φίλοι ο Παύλος κι ο Παντελής,ο ένας Αθηναίος ο άλλος Θεσσαλονικιός ανεβαίνουν στη σκηνή και παίζουν τα πρώτα τους τραγούδια………….

Εγώ έχω σκύψει πάνω από το 45άρι έξτρα της έκδοσης

ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΣΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ και ως δια μαγείας διακτινίζομαι εκεί

στην Ηπείρου κι Αχαρνών.Κοιτάζω έξω από το παράθυρο του δωματίου μου τα παγωμένα λασπόνερα στην παραλία,τον Θερμαικό να κρυώνει και το λιμάνι απέναντι να κρυσταλλώνει σαν αιωνιότητα. «Θεσσαλονίκη μου γλυκιά πόσο αγαπώ να σε χαζεύω»σκέφτομαι,αλλά θέλω να φύγω,να πάω στον Χορτιάτη,γιατί κι Παύλος το λέει ότι φιλάει τη γριά του κι απλώνει τα φτερά του……Γιατί κι εγώ να μην το κάνω αυτό;

2000.Τα φτερά μου τα έχω απλώσει κι έχω πετάξει πολλές φορές κι άλλες τόσες έχω πέσει.Όμως όποτε ακούω αυτό το τραγούδι κάνω ταξίδια που δεν κλείνει κανένα πρακτορείο παρά μόνο αυτό της καρδιάς μας.

Ευχαριστώ τον ΜΑΚΗ ΜΗΛΑΤΟ και τον ΑΓΓΕΛΟ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗ για την τιμή που μου έκαναν ζητώντας μου να συμβάλλω κι εγώ στην δημιουργία αυτού του δίσκου.

Mε εκτίμηση,

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ ΤΟΥ 2004 'ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΟΧΗ' Lyra

ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΛΗΘΙΝΟ

ΣΤΑΜΑΤΟΥΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΛΟΓΙΑ
ΟΤΑΝ ΣΕ ΚΟΙΤΩ
ΞΕΧΝΑΩ ΕΜΕΝΑ ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΩ ΕΣΕΝΑ ΚΙ ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΜΙΛΩ
Σ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΕΣΥ ΜΕ ΓΥΡΝΑΣ
ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΑΝ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΟΤΑΝ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ ΞΥΠΝΑΣ

ΚΑΙ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΑΞΙΖΩ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΝΑ Σ’ ΑΓΓΙΖΩ ΟΤΑΝ ΤΟ ΖΗΤΑΣ
ΜΑ ΕΣΥ ΜΕ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΑΠ’ ΤΟ ΨΕΜΑ ΜΕ ΚΛΕΒΕΙΣ
ΣΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΕ ΠΑΣ

ΚΑΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΒΛΕΠΩ ΚΑΘΑΡΑ
ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΙ ΠΕΘΑΙΝΩ ΓΕΝΝΙΕΜΑΙ ΞΑΝΑ

ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΜΕ ΚΡΑΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟ ΕΝΑ ΛΟΓΟ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΖΗΣΩ
ΑΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΟΥ ΔΙΝΕΙΣ ΕΣΥ
ΠΟΤΕ ΜΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΕΓΩ Ν’ ΑΡΧΙΣΩ

Η ΜΕΡΑ ΓΕΛΑΕΙ ΓΑΛΑΖΙΑ ΜΟΥ ΣΚΑΕΙ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΦΕΥΓΩ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΞΕΦΕΥΓΩ
ΣΤ’ ΑΣΤΡΟ ΣΟΥ ΤΟ ΚΡΥΦΟ
ΟΛΑ ΘΑ ΤΑ ΑΝΤΕΞΩ ΑΝ ΜΑΖΙ ΜΟΥ Σ’ ΕΧΩ ΕΔΩ
Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΛΗΘΙΝΟ

ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΜΕ ΚΡΑΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟ……………………..

ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΤΟΣΟ ΚΑΙΡΟ
ΚΡΑΤΑΣ ΖΩΝΤΑΝΟ
ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΒΓΗΚΕ ΑΛΗΘΙΝΟ

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΟΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΗΧΟΣ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΟΣΚΟΙΤΗ ΤΟ 2004

22/ 08/ 2004

01/ Ο τίτλος «Παράξενη εποχή» μπορεί να δηλώνει κάποιες καταστάσεις που βιώνει ίσως για πρώτη φορά ένας μέσος Έλληνας μεσ’ στον ίδιο του τον τόπο;

Κατ’αρχήν αυτούσιος ο επιθετικός προσδιορισμός ‘παράξενη’αντικατοπτρίζει την αντιφατικότητα των καιρών που ζούμε όσο δε και την αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει στα συναισθήματα του για αυτήν του υπογράφοντος τη μουσική και τα τραγούδια του ομώνυμου δίσκου.Για να προχωρήσω δε ακόμα πιό μέσα στον μικρόκοσμο των αντιδράσεών μου θάλεγα φωτίζει και μία μάλλον άβολη διάθεση και έλλειψη προσαρμοστικότητας μου σε όσα περίεργα και ακατανόητα σε πρώτη φάση συμβαίνουν στην ζωή όλων μας.Θέλω να πω πως σε τελευταία ανάλυση ο χαρακτήρας του τραγουδιού δεν νιώθει υποχρεωμένος να δηλώσει άνετος και ‘ανοιχτός’ με όσα του συμβαίνουν σε αυτή τη πόλη γιατί νιώθει πως πολλά από αυτά έχουν γίνει ερήμην του και τελικά νιώθει την Ιστορία να τον παρασύρει στη δίνη της για αυτό κιόλας η τελική αναπαράστασή του είναι μία καρικατούρα με όλη τη συμπάθεια αλλά και την απόσταση που μπορώ να κρατώ από τον ατελή εαυτό μου.Με λίγα λόγια ενα ειλικρινές τραγούδι.-
02/ Γνωρίζω πως αμέσως μετά το hit του Νίκου Πορτοκάλογλου «Θάλασσα μου σκοτεινή» οι δισκογραφικές εταιρείες έκαναν ατέλειωτα meetings με τα στελέχη τους, με σκοπό να βρουν και να εγκλωβίσουν το μυστικό της επιτυχίας. Δεδομένου ότι κι εσείς κάνατε πολύ μεγάλη επιτυχία πριν λίγα χρόνια με το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα», αντιμετωπίσατε κάποιο άγχος σε δημιουργικό επίπεδο με την τωρινή σας δουλειά;

Τις αντιμετώπισα σαν φαντάσματα και σκιές που θα τα έτρεφε μία ματαιοδοξία και όχι η ανάγκη για καλή μουσική και για αυτό η επόμενη κίνηση ήταν ένας ‘δύσκολος’ δίσκος όπως το ΞΥΠΝΑ!ΦΤΑΣΑΜΕ.Κατι που ήταν η αιτία να αρχίσουν τα προβλήματα με την παλιά μου εταιρία η οποία έψαχνε την εύκολη λύση χωρίς πραγματικά να έχει καμία απολύτως άποψη για την ελληνική αγορά πόσο μάλλον για τη μουσική μου.

03/ Σε κάποιο τραγούδι σας λέτε «για σένα θα έτρεχα ξανά σε διαδηλώσεις, τον κόσμο αυτό θα πίστευα πως γίνεται να σώσεις». Σε μια περίοδο που η ερωτική θεματολογία κυριαρχεί επιφανειακότατα στο ελληνικό τραγούδι, εσείς θεωρείτε τον έρωτα επαναστατική πράξη εν είδη πρωτοτυπίας, ας πούμε;

Καθόλου η επανάσταση δεν είναι πρωτοτυπία,είναι ιστορική αναγκαιότητα με διαφορετική μορφή.Σήμερα το πρόβλημα δεν είναι να πρωτοτυπήσουμε αλλά να αγαπήσουμε την αληθινή ζωή δημιουργώντας.Η δημιουργία είναι η καταστροφή της μετριότητας και της ακινησίας.Η επανάσταση ειναι τέτοια όταν είναι δημιουργική.Παράδειγμα;Η μουσική επανάσταση.Εγώ είμαι μουσικός άνθρωπος για αυτό και ερωτικός.Η επανάσταση είναι ένα βασικά συναισθηματικό γεγονός έτσι κι ο έρωτας.Όταν αγαπώ κινούμαικαι νιώθω ότι μπορώ να κινήσω βουνά.Σε αυτό το τραγούδι που αναφέρεστε χρησιμοποίησα τον έρωτα για να δώσω τη δύναμή του σε εμάς και στον κόσμο.
04/ Μιλήστε μας λίγο για τον Γιώργο Ρωμανό, που βρίσκεται, τι κάνει αυτόν τον καιρό; Διασκευάσατε ένα τραγούδι του απ’ αυτόν το φοβερό δίσκο του «Στα Διονύσια και το στούντιο» που είναι από τους αγαπημένους μας!

Για να χρησιμοποιήσω μία επίκαιρη όσο κι επώδυνη αγγλοειδή έκφραση τα whereabouts του Γιώργου δεν τα γνωρίζω το τελευταίο διάστημα...Ίσως κάπου ντοπάρεται δημιουργικά και μυστικά,όπως συνηθίζει,σε κάποια αγαπημένη του ακτή της Ανατολικής Αττικής.Τον Γιώργο τον θαύμαζα εδώ και πάρα πολλά χρόνια,από τότε που ήμουν έφηβος και τον είχα δει επί χούντας,το 1970 μάλλον σε ένα εξωτερικό πρωτογενές βίδεο κλιπ κάπου στου Φιλοππάπου και μου είχε κάνει εντύπωση αυτός ο περίεργος όμορφος νέος με τα μακριά μαύρα μαλλιά και με την απόκοσμα όμορφη φωνή τραγουδώντας ψυχεδέλεια μέσα στην ακαμψία της γύψινης εποχής που ζούσαμε.’Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ’ είναι πολύ αγαπημένο μου κομμάτι ίσως γιατί ακούγεται και το υβρίδιο των Aphrodite’s Child λόγω της ορχήστρας του Βαγγέλη Παπαθανασίου στην εκτέλεση του τραγουδιού.Μέσα λοιπόν σε μία ζοφερή εποχή υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε ένα κήπο με λουλούδια στη καρδιά του και ένα καλειδοσκόπιο ελληνικότητας αλλά και ψυχεδέλειας...Μαγικός ο Γιώργος!!!!!!
05/ Τι ρόλο παίζει η επιλογή των κομματιών που διασκευάζετε; Το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρο μου» λόγου χάρη, είχε γίνει μια πανέμορφη brit – pop μπαλάντα!

Aκολουθώ την πολύ όμορφη παράδοση που υπάρχει κυρίως στην ξένη δισκογραφία πολλών groups και καλλιτεχνών να φιλοξενούν στις δουλειές τους διασκευές αγαπημένων τους τραγουδιών θέλοντας έτσι να δείξω και τη σχέση μου με διαφορετικά μουσικά ιδιώματα αλλά επιπλέον να αποτίσω τα δέοντα σε καλλιτέχνες που με ενέπνευσαν.Από παλιά ήθελα να το κάνω αυτό αλλά μέχρι τον τρίτο μου δίσκο δεν το είχα αποπειραθεί..Η αρχή έγινε στο ΞΥΠΝΑ!ΦΤΑΣΑΜΕ όπου εκεί έκανα το PUMP IT UP του Elvis Costellο.Μετά συνέχισα με το ΑΝ ΘΥΜΗΘΕΙΣ Τ’ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ στον 5ο μου δίσκο ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ.Συνέχισα στη ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΟΧΗ με το
Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΑ ΝΕΡΑ και δεν πρόκειται να σταματήσω...Ήδη έχω δουλέψει πάνω σε μία καινούργια ενός πολύ αγαπημένου γκρουπ από τα 70’s!
06/ Ο πιτσιρικάς στο εξώφυλλο μοιάζει να αφοδεύει πάνω σε μια τηλεόραση διαβάζοντας ένα παλιό τεύχος της αθηναϊκής επιθεώρησης. Εσείς σκεφθήκατε τη συγκεκριμένη φωτογραφία; Κι ακόμη, πιστεύετε πως ένα εξώφυλλο δίσκου μπορεί να υπαινιχθεί πολλά, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του ΄60;

Ο μικρός στο εξώφυλλο αναγνώνει ένα κόμικ που είναι ένα από τα βασικά μου εφόδια στη κουλτούρα μου αντικαθιστώντας έτσι την τηλεόραση που τον αποχαυνώνει μέσα στο γαλάζιο της φως..Η ιδέα του εξώφυλλου ήταν δική μου αλλά η πολύ καλή δουλειά που έγινε οφείλεται στον γραφίστα Κώστα Μιχαλό και στη φωτογραφία του
Νίκου Βλασσόπουλου.Νομίζω πως κάθε εξώφυλλο υπαινίσσεται διάφορα,το ερώτημα κάθε φορά είναι τι επιδιώκει ο καλλιτέχνης να υπαινιχθεί.Στην ‘εμπορική’ και αγοραία δισκογραφία έχουμε πολλούς υπαινιγμούς,από ό,τι θα ξέρετε κι εσείς ο ίδιος αντιλαμβάνομαι,έως φυσικά και χωρίς περιστροφές την πλήρη αποκάλυψη των ‘καλλιτεχνικών’ επιδιώξεων των φωτογραφιζομένων ‘καλλιτεχνών’...Ξέρετε τώρα....
Μέρη σώματος.....Στήθη....Μηροί.....Γλουτιαίοι...Πρόσωπα υποσχόμενα πολλά εκτός από καλή μουσική......
Τώρα ξέρετε ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι και αθλητής...Να κάνει κωλοτούμπες στο πάλκο...Να δείχνει τους κοιλιακούς του ενώ μορφάζει από πάθος και συναισθηματική φόρτιση-αλοίμονό του-και να κρατάει και τρία μπαλάκια στον αέρα σαν ζογκλέρ...Μιλάμε για πολύ δημιουργικές καταστάσεις πιά.Μετά η εταιρία τον ανταμείβει με το ζαχαρωτό του..
Μπράβο Αζόρ!
07/ Κώστας Στρατηγόπουλος, Μανώλης Φάμελλος, Κώστας Λειβαδάς, Στάθης Δρογώσης: ποια ήταν η συμβολή τους στην ηχητική διαμόρφωση του cd;

Ο Κώστας ήταν ο γκουρού της κονσόλας και είχα μία εξαιρετική συνεργασία μαζί του..Περάσαμε ωραία μέσα στα κρύα βράδυα του χειμώνα γράφοντας με κέφι και γέλια αλλά δουλέψαμε σκληρά.Η συμβολή των φίλων τραγουδοποιών ήταν σημαντική σε ποσότητα χρόνου αλλά και σε ποιότητα γιατί ένιωσα την αγάπη τους για αυτό που έκαναν εκείνη την ώρα και ένιωσα πολύ χαρούμενος που τους είχα κοντά μου σε έναν τόσο σημαντικό δίσκο για μένα..Είναι καλό ξέρετε σε αυτόν τον δύσκολο χώρο τον γεμάτο ίντριγκες και φθόνο να ξέρεις ότι έχεις κάποιους ανθρώπους που είναι ειλικρινείς σύμμαχοί σου.
08/ Που βρίσκεται πιστεύετε η διαφορά της «Παράξενης εποχής» από τους συγγενικούς της δίσκους ηλεκτρικής μπαλάντας που βγαίνουν αφειδώς;
Για λόγους δεοντολογίας να αφήσω καλύτερα εσάς και το κοινό να απαντήσετε;

Ευχαριστώ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

ΤΑ ΑΓΙΑ ΤΑ ΣΚΑΓΙΑ

Περπατούσα ένα Απριλιάτικο μεσημέρι στον πεζόδρομο της οδού Βουκουρεστίου και ο ήλιος, με χαρακτηριστική αδιαφορία για την διάθεση μου-η οποία ως συνήθως στις αρχές της άνοιξης δεν είναι και στην πιο υψηλή της απόδοση-έστελνε ένα παράδοξα ψυχρό φως τρυπώντας τα ανήσυχα σύννεφα του άστατου κλίματος της Αθήνας εντείνοντας έτσι ακόμα πιό πολύ την μελαγχολική μου ναρκισσιστική πορεία ανάμεσα στους καλοντυμένους περαστικούς με το βιαστικό βήμα με βλέμμα σκυθρωπό, χαμένο σε σκέψεις που άν μπορούσε κάποιος να ακούσει θα μπορούσε ίσως να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του.....

Καθώς λοιπόν κατέβαινα νωχελικά προς την Πανεπιστημίου χαζεύοντας μία βιτρίνα που με αντίκριζε με σνομπ ύφος, άκουσα ξαφνικά μία όμορφη μουσική να έρχεται από μία κομπανία ξένων περιπλανώμενων μουσικών. Έπαιζαν κάποιο κλασσικό κομμάτι και η ατμόσφαιρα κάπως άλλαξε με την είσοδο της μελωδίας στο σκηνικό. Αλλά την ίδια σχεδόν στιγμή άκουσα πίσω μου βρισιές και καντήλια να εξαπολύονται χωρίς φόβο αλλά με πάθος και μανία.....

Έστρεψα το κεφάλι μου και είδα απέναντι δεξιά μου να κατεβαίνει με γρήγορο βήμα η πηγή των πάσης φύσεως βωμολοχιών και αναθεμάτων....

Ήταν ψηλός κι αδύνατος και το μελαχρινό αξύριστο πρόσωπό του ήταν σημαδεμένο από μιά ζωή σκληρή και ψεύτρα. Κοντοστάθηκα μιά στιγμή για να τον παρατηρήσω διακριτικά αλλά πιο ολοκληρωμένα....Ο άνθρωπος-γύρω στα 35-ήταν σαν ένα άτομο που έκανε ισορροπία σε ένα σκοινί που είχε σπάσει. Περπατούσε με χέρια τεντωμένα γεμάτα θυμό και διαμαρτυρία που εκτόξευαν την απόγνωσή του στον άστοργο Πατέρα εκεί ψηλά. Περπατούσα παράλληλα με αυτόν στην άλλη πλευρά του πεζόδρομου σαν μυστικός πράκτωρ οδηγημένος μόνο από την αγιάτρευτή του περιέργεια...Η μήπως δεν ήταν μόνο αυτό; Μήπως αναγνώριζα κάποιο πολύ οικείο μου πρόσωπο; Γιατί εκείνη τη στιγμή ένιωσα να με διαπερνάει ένα κύμα γλυκιάς έντασης και ήθελα να αρχίσω κι εγώ να βωμολοχώ και να ασχημονώ....Μα αφού κι εγώ πριν μία ώρα δεν ήμουν στο τιμόνι και μέσα μου διεξάγονταν ιστορικές συγκρούσεις και μεγάλες μάχες με πρόσωπα που με είχαν πουλήσει, στενοχωρήσει, βρίσει, κακομεταχειριστεί; Δεν μονολογούσα σιγά μπας και με δούνε άλλοι οδηγοί και γίνω ρεζίλι; Ξάφνου με πλησιάζει και στέκεται ακίνητος για λίγα λεπτά κοιτάζοντάς με σιωπηλός με ένα βλέμμα που ένιωσα ότι με είχε κιόλας διαβάσει...... «Και συ μου φταις ρε πούστη» μου λέει και με έφτυσε στα μούτρα...Έμεινα ακίνητος με το σάλιο του να κυλάει ζεστό κατ’ αρχάς και μετά κρύο μέχρι το μάγουλό μου...είχα μαρμαρώσει μέ ένα βλέμμα απορίας και ένα χαζό χαμόγελο...Το σάλιο του είχε αρχίσει να επιδρά επάνω μου σιγά-σιγά..

Όλος ο πεζόδρομος είχε αρχίσει να βοά από τα βρισίδια και τις κατάρες και τις φωνές εκτόνωσης πολλών απελπισμένων ανθρώπων οι οποίοι μαζί με την πλανόδια ορχήστρα έφτιαχναν ένα σύγχρονο αθηναϊκό μουσικό συμφωνικό ψυχόδραμα....

Κάποιοι είχαν αρχίσει να τρέχουν σα τρελοί φωνάζοντας.... «Άννα, συγνώμη αγάπη μου....που ποτέ μου δεν σε κατάλαβα»,άλλοι έκλαιγαν γιατί ποτέ τους δεν είχαν αγαπηθεί αληθινά και άλλοι πετούσαν τις τσάντες τους και τα κινητά τους και χοροπηδούσαν σα μικρά παιδιά επάνω στα συντρίμμια τους.

Ξύπνησα από το κεραυνοβόλο μου λήθαργο και ο ψηλός θυμωμένος άνθρωπος μας είχε φτύσει όλους κι είχε ήδη στρίψει τη γωνία συνεχίζοντας την ιερή του αποστολή βρέχοντας κόσμο και κοσμάκη!

Ναι για αυτόν όλοι του φταίγαμε. Γιατί σε αυτόν είχε λάχει ο λαχνός να κουβαλά τη τρέλα μας και τις αμαρτίες μας. Σε όλους μας έβλεπε κι από ένα πρόσωπο που τον είχε βλάψει. Και τελικά σε αυτόν τον κόσμο ποιός είναι εντελώς αθώος η ένοχος;

Άρα μου άξιζε το φτύσιμο γιατί κι εγώ ήμουν υπεύθυνος. Γιατί κι εγώ ένιωθα πως είμαι καλά βλέποντάς τον να βρυχάται φανερά ενώ εγώ βρυχούμουν σιωπηλά.. Αλλοίμονο μου όμως. Αυτός είναι τρελός και δεν το ξέρει ενώ εγώ είμαι και το ξέρω. Αυτός είναι ακόμα αθώος ενώ εγώ ο ψυλλιασμένος δεν ξέρω ώρες-ώρες που πατώ και είμαι….άρα είμαι λερωμένος.....

Τώρα όλα συνέχιζαν πάλι τον γνωστό υπνωτικό ρυθμό τους κι αφού σκούπισα του σάλιου του τα άγια τα σκάγια συνέχισα με πιο γρήγορο ρυθμό και χάθηκα στο πλήθος αφυπνισμένος ίσως μέχρι την επόμενη μέρα.......

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Τραγουδοποιός/τραγουδιστής

THE LAST WALTZ των 60'ς

Ήμουν εντόπιος φοιτητής στην Αγγλική Φιλολογία Θες/νίκης στο τέταρτο έτος την άνοιξη του 1979 όταν στο ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ επί της οδού Παρασκευοπούλου, στάση Φάληρο, έφεραν το THE LAST WALTZ του Martin Scorsese!Στο Πανεπιστήμιο τις προηγούμενες ημέρες οργίαζε μια παραφιλολογία για το φιλμ αυτό και είπαμε εγώ και άλλοι ροκάδες φίλοι να πάμε να το δούμε επιτέλους αυτό το Βαλς! Για να ακριβολογώ δεν ξέραμε ακριβώς τη φύση της ταινίας, με την έννοια ότι δεν είχαμε καταλάβει αν επρόκειτο για ένα απλό μουσικό ντοκιμαντέρ, ταινία με ροκ μουσική υπόκρουση, ή εν τέλει κάτι περισσότερο η λιγότερο!

Όντως λοιπόν ένα βράδυ μαζευτήκαμε 3 από μας και μπήκαμε σε ένα ΡΑΔΙΟ ΣΙΤΥ μισογεμάτο, αλλά με «καλές» φάτσες, γνώριμους μας από τα φοιτητικά και άλλα τεμπελχανάδικα στέκια και μπαράκια της πόλης....Καθώς γύρισα το κεφάλι μου κάποια στιγμή είδα και κάτι εντελώς άσχετες φάτσες να κάθονται με απλανές βλέμμα τρώγοντας τσιπς που ποιός ξέρει τι περίμεναν να δούνε οι φουκαράδες η μάλλον που να ΄ξεραν τι τους περίμενε!

Τα φώτα έσβησαν και μόλις στην οθόνη έπεσαν οι τίτλοι και τα πρώτα γράμματα με εξαιρετική μουσική υπόκρουση που ήταν ένα οργανικό-instrumental κομμάτι των BAND,ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά τη σπονδυλική μου στήλη, να κάνει μία γρήγορη διαδρομή μέχρι το κεφάλι μου, το οποίο μούδιασε....Αυτά ήταν τα προεόρτια! Η είσοδος και η έναρξη μιάς γιορτής που ήταν και το γεγονός που άρχισε να διαδραματίζεται μπροστά στα μαγεμένα μάτια μας μέσα στο μπλε φως της αίθουσας! Ο τελευταίος χορός των BAND,της μπάντας με την κυριολεκτική έννοια του όρου, μιας ομάδας φίλων, κολλητών που πήραν στα χέρια τους τη μούσα του ροκ εν ρολ και της έδωσαν ότι καλύτερο είχαν για πάνω από 15 χρόνια on the road.H συναυλία, η γιορτή του τέλους μιας γενιάς, κινηματογραφήθηκε από τον μοναδικό και πιο άξιο σκηνοθέτη για αυτή τη δουλειά ΜARTIN SCORSESE! To γεγονός αυτό είχε γίνει ήδη δυόμιση χρόνια πριν το δούμε εμείς, στις 26 Νοέμβρη του 1976 την Ημέρα των Ευχαριστιών στην αίθουσα Winterland του San Francisco! Όλος ο καλός κόσμος ήταν εκεί, κοινό και συνδαιτυμόνες καλλιτέχνες φίλοι, άνθρωποι που οι BAND θαύμαζαν κι εκτιμούσαν! Την εποχή που μία συναυλία ενός αγαπημένου μας γκρουπ η τραγουδοποιού από την αλλοδαπή φάνταζε μακρινή ουτοπία, εμείς είχαμε μείνει με το στόμα ανοιχτό από την παρέλαση τόσων πολλών ονομάτων επάνω στο πάλκο μαζί με τους BAND!

BOB DYLAN,NEIL YOUNG,JONI MITCHELL,DR JOHN,PAUL BUTTERFIELD,ERIC CLAPTON,VAN MORRISON,MUDDY WATERS,RINGΟ STARR,RON WOOD και άλλοι...Η ραχοκοκαλιά του ροκ μπροστά μας σε μία εξαιρετική κινηματογράφηση γεμάτη συναίσθημα κι αλήθεια όπως πρέπει να είναι κι οτιδήποτε που έχει να κάνει σχέση με το ροκ εν ρολ η ασχολείται μαζί του...Ένας μεγάλος αποχαιρετισμός, τίμιος και ειλικρινής μιας μπάντας που πλέον τα είχε δώσει όλα, όλα αυτά τα χρόνια στον δρόμο.. Η παραδοχή ότι κάποτε όλα τελειώνουν ακριβώς για να μείνουν νέα και ζωντανά για πάντα στις καρδιές μας!

Όταν έπεσε η αυλαία της ταινίας και άναψαν τα φώτα εγώ ήμουν αλλού, δεν μιλούσα....Ήξερα τι έπρεπε να κάνω στη ζωή μου πια!

Πέρασαν 25 χρόνια από τότε και τώρα πια κάνω αυτό που συνειδητοποίησα τότε ότι έπρεπε να κάνω. Να γίνω μουσικός και να παίξω την μουσική που αγαπούσα...Έτσι απλά! Εκεί αναγνώριζα τον Γιώργο καλύτερα, εκεί τον παραδεχόμουνα!

Περνώντας έξω από ένα μαγαζί στη Πανεπιστημίου που πουλάει DVD και μπήκα μέσα. Ψάχνοντας στις προθήκες κατά τύχη(;)συναντήθηκα με το LAST WALTZ!

Το άρπαξα γρήγορα, πήγα στο ταμείο κι έτρεξα σπίτι να το δω, ξεχνώντας να κάνω και μια άλλη δουλειά που είχα να κάνω εκείνη την ημέρα...

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ ΤΟΥ 2004 'ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΟΧΗ' Lyra

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ

ΑΝ ΕΧΩ ΑΛΛΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΡΟΜΟ ΕΔΩ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΓΗ
ΔΕΝ ΘΑ’ΘΕΛΑ ΝΑ ΜΑΘΩ ΤΙ ΤΑΧΑ ΙΣΩΣ ΠΑΘΩ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΗ ΣΤΡΟΦΗ
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΑΝ ΝΑ’ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΖΩ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΣ ΑΝ ΓΛΥΤΩΝΕΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΠΡΩΙ
ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΝΑ ΜΗ ΨΑΞΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ
ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙ
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΩ ΑΚΟΜΑ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΜΠΟΡΩ

ΣΆΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΛΑ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΑΠ’ΤΗΝ ΑΡΧΗ
ΕΓΩ ΝΑ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
ΝΑ ΖΩ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΑΣ ΣΤΙΓΜΗ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΧΑ ΑΛΛΗ………………………………

ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΣΗΜΑΔΕΥΕΙ ΓΙΑ ΟΣΑ ΑΥΤΟΣ ΠΙΣΤΕΥΕΙ
ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΚΑΡΑΔΟΚΕΙ
ΒΡΕΘΗΚΑΜΕ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΜΙΑΣ ΜΠΟΜΠΑΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΣΕΙ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΣ ΦΤΑΙΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΠΟΡΩ ΚΑΘΕ ΩΡΑ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
ΝΑ Σ’ΑΓΑΠΩ

Σ’ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΓΕΛΑΝΕ ΜΟΝΑΧΟΙ
ΣΤΗ ΓΥΑΛΙΝΗ ΤΟΥΣ ΜΕΣΑ ΦΥΛΑΚΗ
ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ ΚΑΘΕ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ
ΛΕΣ ΚΑΙ ΘΑ ΖΗΣΟΥΝ ΠΑΛΙ

Σ’ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΟΛΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΑΠ’ΤΗΝ ΑΡΧΗ
ΕΓΩ ΘΑ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΙΟ ΠΟΛΥ
ΘΑ ΖΩ ΤΗΝ ΚΑΘΕ ΜΑΣ ΣΤΙΓΜΗ
ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΧΑ ΑΛΛΗ………………………………..

ΤΟ ΑΚΚΟΡΝΤΕΟΝ

Είμαι Θεσσαλονικιός!Ζω στην Αθήνα όμως πολλά χρόνια,διατηρώντας πάντα την αίσθηση,αυταπάτη.......πείτε το όπως θέλετε,πως ακόμα περπατώ στην λικνιζόμενη Τσιμισκή με τα ωραία δέντρα,τις γοητευτικές βιτρίνες της,τις ακόμα πιό σαγηνευτικές γυναίκες της να φλερτάρουν με ρούχα και νεαρούς Μακεδόνες εξασκώντας την όρασή τους με παντός είδους ερεθίσματα που επιβεβαιώνουν την θηλυκή τους αυταρέσκεια!Ναι,γιατί αυτή εδώ η φρενοκομειακή και ξεμυαλίστρα πόλη ώρες-ώρες με διασπά σε χίλια άσχετα κομμάτια φωνάζοντάς μου μέσα από τα κορναρίσματα και τα αλλόκοτα από θυμό πρόσωπα πως δεν με θέλει,δεν της κάνω,δεν την νοιάζει αν την πονάω κι αν την αγαπώ.Κι αυτή η αδιαφορία της είναι που με τινάζει σαν ελατήριο στον σταθμό Λαρίσης κάθε που η παραίσθηση της πατρίδας μου με κρατά όμηρο πάνω από απλά ένα λεπτό,και ενώ περπατώ στην Πανεπιστημίου ανεβαίνω την Βενιζέλου για να βγω Εγνατία!....

Μου αρέσει που ο σταθμός είναι γεμάτος με εσωτερικούς και αλλοδαπούς μετανάστες,επαρχιώτες φοιτητές,στρατιώτες που γυρνούν στις μονάδες τους,ηλικιωμένες κυρίες που με ρωτάνε ευγενικά-«νεαρέ μου,αχ έχω καταρράκτη και δεν βλέπω στο εισιτήριο τον αριθμό του βαγονιού και της θέσης μου,μπορείς να μου πεις;»,η ακόμα καλύτερα «αχ γιόκα μου,μπορείς να με βοηθήσεις με αυτήν εδώ την βαλίτσα;»και καταλήγω να κουβαλάω όλο το βιός της υπό την επήρρεια της ακαταμάχητής μου συμπάθειας προς τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας και ίσως βέβαια και από την αναπόφευκτα οδυνηρή διαπίστωση πως πλησιάζω με ηλλιγιώδη ταχύτητα το σημείο που βρίσκονται αυτοί,το οποίο αν καταφέρω ποτέ να φτάσω,αυτοί θα έχουν φτάσει οριστικά στην χώρα του Shangri La!Καθώς περπατώ χαζεύοντας όλο αυτό το αναστατωμένο από την αναμονή πλήθος,νιώθω τα πόδια μου να βουλιάζουν στο ρυπαρό κατάστρωμα της αποβάθρας του σταθμού,νιώθω τον ιδρώτα των αχθοφόρων και τα δάκρυα των αποχαιρετισμών από τις μακρινές εκείνες εποχές που η μισή Ελλάδα άφηνε την καρδιά της πίσω για την Γερμανία και το Βέλγιο,να ανεβαίνουν σιγά σιγά προς τα πάνω και να με ντύνουν με αυτή τη γνώριμη,άσχημη αλλά κι ευπρόσδεκτη οσμή του κάτουρου που έχει νοτίσει όλον τον σταθμό για πάντα.Σκέφτομαι δε ότι ακόμα κι αν τον κατεδάφιζαν,η οσμή αυτή θα είναι εκεί πεισματικά,ο λεκές μιάς μνήμης που δεν θέλει να ξεχαστεί.

Καθώς το τραίνο πλησιάζει τον σταθμό για την επιβίβαση,επαναλαμβάνεται αυτή η συγκλονιστική στιγμή του πλήθους που μετακινείται ενστικωδώς πιο κοντά στη γραμμή αρχικά και αφού το τραίνο ξαποστάσει με εκείνο τον αναστεναγμό της ρουτινιασμένης του μηχανής,ορμήσει,σαν σμήνος που σπάει σε πολλές κατευθύνσεις,προς τα βαγόνια που θα το υποδεχτούν..Η βοή αυτή από το ποδοβολητό και τις φωνές έχει έναν επικό χαρακτήρα και θα μπορούσε να είναι η ακουστική απόδοση σκηνής από το Όσα Παίρνει Ο Άνεμος...Καταμεσής αυτής της αναστάτωσης το παρατηρητικό μου βλέμμα μπορεί να διακρίνει τη φιγούρα μου,η οποία ωσάν καρικατούρα ενός Δόκτωρ Ζιβάγκο αλλά αποτυχημένου ως ιατρού,αποπειράται την διαφυγή από τα πανταχού παρόντα αθηναικά σοβιέτ που καραδοκούν να τον παραπέμψουν για αυτή του τη φυγομαχία από τον ταξικό αγώνα του κλεινού και δεινού άστεως!Η φιγούρα μου,αφού βέβαια έχει βοηθήσει εκείνη τη κακομοίρα τη γριούλα με τα μπαγκάζια,βρίσκει στενωπές διόδους και γλυστρά με ανυπομονησία μικρού παιδιού ανάμεσα στα σώματα αναζητώντας τη θέση της...Η θέση στο τραίνο είναι το στρατηγικό σημείο του κάθε ταξιδιώτη από το οποίο στήνει καραούλι για την αχόρταγη περιέργειά του για τα τσαλαπατήματα και παθήματα των επιβατών που περιφέρονται σα χαμένες ψυχές στο τραίνο για το επέκεινα.Η θέση καμιά φορά δεν σε θέλει επάνω της,ειδικά αν είσαι κανένα νευρόσπαστο και άμα δεν της κάτσεις φρόνιμα,σε κουνάει από δω κι από ‘κεί.Άλλες φορές σε αφήνει επάνω της όπως το διψασμένο χώμα τη βροχή και κάνεις ένα ταξίδι ονειρεμένο!

Η φιγούρα μου βρίσκει τη θέση της και αφήνει πιά το πρώτο πρόσωπο να πάρει πάλι τη σκυτάλη κάνοντας έτσι αυτή την διήγηση πιό δραματική κι άμεση.

Νιώθω το πρώτο,απαλό με την ήρεμή του δύναμη,τράνταγμα του συρμού καθώς ξεκινά και το σώμα μου αρχίζει να παραδίνεται στο ολοένα αυξανόμενο αγκομαχητό της μηχανής.Από τα δάχτυλα μου βλέπω την ένταση της πόλης να χύνεται σαν πράσινη αύρα που γίνεται μπλε μόλις την χτυπήσει ο ουρανός, μιά γλυκιά νάρκη αρχίζει να βαραίνει τα βλέφαρα στο ελαφρύ μητρικό κούνημα του τραίνου κι αφήνομαι ως αβαρής αστροναύτης στη τροχιά του ταξιδιού που με πάει στη μάνα μου.Αποκοιμιέμαι παραδομένος στη θέα από το παράθυρο

κι ο αέρας ξεφεύγει από το μισόκλειστο στόμα μου βγάζοντας μαζί του ήχους,σαν τις ανάσες ενός ακκορντεόν που κλείνει σιγά σιγά καθώς κλείνω κι εγώ τα μάτια μου μέχρι τη Θεσσαλονίκη.

ΧΩΡΙΣ ΑΙΤΙΑ

Πριν ξεκινήσω να γράφω για ένα αγαπημένο μου τραγούδι από τον χώρο της ελληνικής μουσικής δημιουργίας - και όχι αναγκαστικά το καλύτερο γιατί αυτή η εκτίμηση ούτως ή άλλως είναι πάντα μία υποκειμενική υπόθεση - θα ήθελα να ομολογήσω πως η βασική μου μουσική πνευματική τροφοδοσία και ‘εξοπλισμός’ προέρχονται από τον χώρο της κολυμπήθρας του Σιλωάμ που ονομάστηκε ‘ροκ’ μουσική γιατί βασικός σκοπός της ήταν να κουνιέται και να κυλάει η ίδια κι όλος ο πλανήτης μαζί, πράγμα που κατάφερε κι έτσι ταρακουνήθηκα κι εγώ. Και ακριβώς για αυτόν τον λόγο θα μνημονεύσω εδώ ένα τραγούδι από τον εν πολλοίς και εν ολίγοις παρεξηγημένο, αλωμένο και κατακλεμμένον μουσικό χώρο από άσχετους και τυχοδιώκτες της εγχώριας ‘ροκ’ μουσικής σκηνής. Για μένα ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν, είναι, και θα είναι ο αληθινός πρίγκιπας του ροκ εν ρολ αλά ελληνικά γιατί πολύ απλά το είχε το ροκ εν ρολ μικρόβιο, χωρίς πολλά γιατί και ορθολογιστικές εξηγήσεις που τίποτα άλλο δεν κάνουν παρά να φθείρουν και να καθιστούν γραφικό οποιονδήποτε η ο,τιδήποτε εκφράστηκε σε τούτο εδώ τον τόπο ‘διαφορετικά’. Τον είδα και τον άκουσα να τραγουδάει μαζί με την μπάντα του τους ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΥΣ στο γήπεδο Σπόρτινγκ τον Γενάρη μάλλον του 1982 και το γήπεδο δονήθηκε όταν άρχισαν να ‘βαράνε’ το ΧΩΡΙΣ ΑΙΤΙΑ, ένα τραγούδι του Απροσάρμοστου Βασίλη Πετρίδη, αυτού του ατόφιου έλληνα ροκ εν ρόλερ που μας άφησε στα 48 του μια Παρασκευή του Σεπτέμβρη του 2004.Από τότε όποτε ακούω αυτό το τραγούδι θυμάμαι εκείνη τη συναυλία, τον Παύλο, τον Βασιλάκη κι εμένα που τόσο όμορφα με επηρέασαν και με ‘βοήθησαν’ με τον τρόπο τους να αρχίσω να γράφω κι εγώ ο ζηλιάρης τραγούδια. Θα κλείσω αυτό το σημείωμα με το ρεφραίν από το συγκεκριμένο τραγούδι:

Μα τούτος είχε άλλο σκοπό

Σε μια παράγκα χωρίς Θεό

Έψαχνε λέει το φάρμακο

Που να ‘ναι μοναδικό

WON'T GET FOOLED AGAIN!

Μου είναι πραγματικά δύσκολο να ξεχωρίσω το καλύτερο τραγούδι ανάμεσα στα τόσα που έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με τη μουσική γιατί πιστεύω ότι το καθένα από αυτά τα εξαιρετικά τραγούδια έπαιξε και παίζει ακόμα το ρόλο του κάποιες στιγμές στη ζωή μου.Μπορώ όμως να πω ότι έχω αγαπημένα τραγούδια και μουσικές-να μην ξεχνάμε πάντα ότι τραγούδι σημαίνει βασικά ένα μικρής διάρκειας μουσικό έργο-και για αυτό εδώ θα αποτίσω φόρο τιμής σε ένα από τα πιό αγαπημένα μου τραγούδια για τον λόγο ακριβώς ότι το πρωτάκουσα όταν ήμουνα σε εκείνη την τόσο εκτεθειμένη σε επιδράσεις, ευαίσθητη ηλικία των 16 ετών.

Είναι το WONT GET FOOLED AGAIN των WHO.Μία σύνθεση του Pete Townshend στον υπέροχο δίσκο WHOS NEXT,ο οποίος στην ουσία ήταν τα τραγούδια που θα απάρτιζαν το επόμενο project των WHO μετά το TOMMY με τίτλο LIFEHOUSE!Η εκρηκτικότητα της μπάντας,η φυσική,ακατέργαστη ορμή της φωνής του Roger Daltrey,τα καταιγιστικά ριφς του Pete Townshend,η θύελλα στα ντραμς του αλησμόνητου πειραχτηριού Keith Moon και ο ακλόνητος δεξιοτεχνικός οδοστρωτήρας στο μπάσσο John Entwistle έδιναν όλοι αυτοί μαζί φωνή σε έναν πιτσιρικά σα και μένα τότε...Όποτε το ακούω από τότε η συγκίνηση είναι τόσο μεγάλη που μόνο η πραγματικά καλή μουσική μπορεί να προκαλεί φέρνοντας δάκρυα στα μάτια.......

ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ

Ντύθηκα στα γρήγορα και βγήκα έξω. Μόλις βρέθηκα πίσω στην αλάνα με χτύπησε η μυρωδιά του κόλπου, ένας συνδυασμός αρμύρας και μιας άλλης δυσάρεστης οσμής που όμως δεν σε ενοχλούσε, αφού μέτραγες πλέον χιλιάδες περιπάτους στην πλακόστρωτη παραλία, μάλιστα έδενε πολύ ωραία και με τη γεύση που σου άφηναν στο στόμα τα σπόρια ή αλλιώς "πασατέμπο" όπως τα αποκαλούν οι Αθηναίοι.

Πέρασα τη λεωφόρο Κένεντι (έτσι λεγόταν τότε) και βρέθηκα στο πάρκο, το οποίο ήταν ο τόπος των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων γενεών και γενεών και φυσικά ο τόπος από τον οποίο εγώ και άλλοι πιτσιρικάδες τρέχαμε σαν λαγοί όταν μας κυνηγούσαν οι μυούμενοι στον έρωτα εξαγριωμένοι νεαροί, επειδή τους πετούσαμε πετραδάκια μέσα από τους θάμνους. Και μετά μιλάμε για παιδική αθωότητα!!!
Άρχισα να περπατάω με τον γνωστό αργό θεσσαλονικιότικο ρεμβαστικό τρόπο, κοιτώντας την Πιερία απέναντι, κάνοντας ένα σωρό αισιόδοξες σκέψεις για το επικείμενο θέρος και ένα σωρό απαισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία του πεπρωμένου μου μετά από το τέλος της φοιτητικής μου ζωής όταν και εφόσον ΘΑ αποκτούσα το χαρτί που γράφει "Πτυχίον".

Έμπαινα αισίως στο τέταρτο έτος και ακόμα δεν είχα αποφασίσει τι ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω! (sic). Οι σπουδές μου στην Αγγλική Φιλολογία πλέον είχαν εξαντληθεί σε μια εξ αποστάσεως, μη πλατωνική όμως, σχέση με τον πανεπιστημιακό χώρο. Είχε σβήσει το δέος των πρώτων junior ημερών μου όταν έτρεχα στις γραμματείες και στα αμφιθέατρα ασθμαίνων να παρακολουθήσω τις παραδόσεις που, όντως, ασχέτως μαθήματος και αντικειμένου ασκούσαν μέσα μου την ακαδημαϊκή τους γοητεία.
Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στο μεγάλο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής για να παρακολουθήσω την παράδοση του κυρίου Αγγέλη στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας χάζευα σαν μικρό παιδί τον χώρο λες και θα προβαλλόταν η πιο αγαπημένη μου ταινία με κινούμενα σχέδια. Δεν ήταν τόσο το συγκεκριμένο μάθημα που με ζάλιζε γλυκά, αλλά η νέα πραγματικότητα που ξεδιπλωνόταν γύρω μου μέσα στα πρόσωπα των πρωτοετών και πρεσβύτερων φοιτητών, στα πανό που διεκδικούσαν την προσοχή μας διεκδικώντας με τα συνθήματά τους ένα καλύτερο αύριο, το οποίο μάλιστα ήταν και επί θύραις όπως υπόσχονταν αυτά, αρκεί όλα να πήγαιναν σύμφωνα με τις ευλογίες και σπέκουλες της κάθε ομάδας που οργάνωνε τις γνωστές τότε ταβερνιάσεις στην Άνω Πόλη.

Η νέα τροπή που είχε πάρει η ζωή μου το ήξερα πως μ' έφερνε κοντά σε μια σχετική αυτονομία από το σπίτι μου μιας και ήμουν γηγενής φοιτητής και μέσα σε μια καταξιωμένη ενηλικίωση του στιλ "ο Γιώργος πλέον είναι φοιτητής".

Φοιτητής... τι σημαίνει αυτή η λέξη; Πολλά και τίποτα. Για μένα όμως ήταν η 5η διάσταση, στην οποία είχα το δικαίωμα πια να σπουδάζω, τεμπελιάζοντας ή να τεμπελιάζω σπουδάζοντας δίνοντας στον εαυτό μου μια άλλη ευκαιρία ν' αναβάλω όλα τα ανεπιθύμητα που πίστευα πως με περίμεναν, να γνωρίσω ανθρώπους με ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ν' ερωτευθώ συμφοιτήτριες εν ώρα μαθήματος ή εν ώρα κυλικείου, να πουλήσω εφημερίδες με κόκκινα άστρα και κόκκινη γλώσσα, να κολλήσω αφίσες στη Διοικητηρίου και στην Καλαμαριά και μετά από όλα αυτά να συναντήσω τον πιο καλό μου εαυτό και τον δικό μου παράδεισο στη μουσική.

Συνέχισα τον περίπατο μέχρι το Αχίλλειο. Εκεί βρήκα τον Χρήστο που με ρώτησε για το βράδυ. Του ανήγγειλα με έξαψη πως θα παίζαμε με τους ΓΑΒ! στο υπόγειο αμφιθέατρο της Νομικής πριν από τον Νίκο (Push-Pull) Παπάζογλου. Αυτή έμελλε να είναι η βραδιά που με έπεισε πως το μόνο πράγμα που ήθελα και ήξερα να κάνω πιο καλά ήταν το τραγούδι.

ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 2004

Ανέβηκα στον Λυκαβηττό πρόσφατα για την συναυλία

των Archive και μετά τη συναυλία έκατσα εκεί στα παγκάκια παρασυρμένος από τα φώτα της μεγαλούπολης ακριβώς με το ίδιο ενδιαφερον αλλά και δέος που καμιά φορά ανάσκελα στην αμμο τα καλοκαίρια εξερευνώ τον έναστρο ουρανό.Μπροστά μου είδα να απλώνεται ένα άλλο σύμπαν από δρόμους και κτίρια,μακρινές συνοικίες όπως και οι μακρινοί αστερισμοί,και μπορούσα να ακούσω τον αχό αυτού του μεγάλου συμπλέγματος σαν ραδιοτηλεσκόπιο που εξερευνά εκεί έξω στο αχανές σύμπαν ένα σήμα επικοινωνίας η και απελπισίας...Για μιά στιγμή ένιωσα λίγο σαν αστροναύτης που μακριά από τη Μητέρα Γη κάνει κάποιες οριακές και ίσως τελεσίδικες σκέψεις και διαπιστώσεις κοιτάζοντας αυτό το υπέροχο θαύμα του μπλε πλανήτη που προέρχεται και αφήνει ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης να ξεφύγει και να πλανηθεί στο κενό βαρύτητας...Αλλά αλοίμονο γρήγορα συνήλθα αναγνωρίζοντας ότι αστροναύτης δεν ήμουν αλλά ένας ακόμα από αυτούς που όποτε κοιτά από πανω αυτή την πόλη δεν μπορεί να καταλήξει πουθενά κι αρχίζει τελικά να σκέφτεται τι στο καλό αναζητά εδώ μέσα στο πλήθος ανώνυμων και ουσιαστικά ξένων ανθρώπων που όλο και πιό πολύ αποτραβιούνται στα κουκούλια της μοναξιάς τους και της επίπλαστης ευδαιμονίας τους.Μία πόλη που εν τέλει τροφοδοτείται από την διάσπαση του ενός από τον άλλο,από την αποξένωση που μας αναγκάζει να υιοθετήσουμε ο ρυθμός της,η έλλειψη σκέψης και αμφιβολίας στην αρένα ενός τρόπου ζωής που τελικά κανένας στην ουσία δεν τον διάλεξε αλλά του τον επέβαλαν με χαμόγελα και καταναλωτικά δάνεια.Μία πόλη που τώρα ναρκισσεύεται μέσα στον Ολυμπιακό Αύγουστο αλλά δεν μπορεί και δεν θέλει να δει την άλλη πλευρά της για να κοιμάται ήσυχα..όπως κι εμείς οι ίδιοι τελικά.Ναι εμείς που κλείνουμε απότομα το αυτόματο παράθυρο κατάμουτρα στον Πακιστανό που πάει να καθαρίσει το τζάμι μας,που λέμε η ακούμε συνέχεια σε ηλίθιες συνεντέυξεις πόσο απεχθανόμαστε το ψέμα και την υποκρισία και το άλλο πρωί στη δουλειά αλλάζουμε όψη χωρίς κανένα δισταγμό.Εμείς που τη δύσκολη στιγμή φεύγουμε από τη σκηνή του δυστυχήματος αλλά ακούμε και «ποιοτικό» ελληνικό τραγούδι,εμείς που βγάλαμε και σι ντι το «σήκωσε το γαμ.....ο»,εμείς που είπαμε πάνω στον ενθουσιασμό μας ότι ο Βάσκο ντα Γκάμα ήταν Έλληνας.Είπαμε το μετρό είναι ωραίο,τα κτίρια έχουν σουλουπωθεί,η κυκλοφορία πάει να βελτιωθεί κάπως...Εμείς σαν κοινωνία άραγε θα βρεθούμε ξανά;Θα φτιάξουμε ξανά το δικό μας ποίημα;Θα κάνουμε όμορφα πράγματα ο ένας στον άλλο;Τι να την κάνω εγώ την ωραία πόλη πουχει άσχημους ανθρώπους;Γιατί η Αθήνα όπως και κάθε πόλη είναι για τον καθένα μας η σχέση με τον ΑΛΛΟ!

Ο ΧΑΖΟΣ

Όταν πονάω θέλω να ‘μαι μόνος

Κι ας προχωρά μπροστά έρημος ο δρόμος

Μια αγκαλιά εγώ και η σιωπή μου

Να πίνω όσα με κερνάει η ζωή μου

Πάντα μου παίρνει ό, τι αγαπάω

Μα δεν χρωστάει τίποτα όταν της ζητάω

Όπως ο έρωτας που μόνον σε αφήνει

Όταν στα μάτια της η λάμψη εκείνη σβήνει

Φυσούν αέρηδες κι ο χρόνος με χτυπάει

Με την εικόνα της που δεν με παρατάει

Μου δίνει μια και με γυρίζει πίσω

Σ’ όσα αρνιέμαι εγώ ο χαζός να αφήσω

Facebook στιχάκι

Facebook είναι θα περάσει

Κι η μανία μας θα σκάσει

Σαν μπαλόνι στον αέρα

Που ακούγεται σαν σφαίρα

Μα κανέναν δεν σκοτώνει

Ίσα-ίσα τον λυτρώνει

Αφού πρώτα τον τρομάξει

Και μετά τον απαλλάξει

Facebook είναι θα περάσει

Και κανείς μας δεν θα χάσει

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

O ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ 18/9/2006

Κάθε Κυριακή πρωί που έκανε λιακάδα έπαιρνα το ποδήλατό μου, εκείνο εκεί το πρώτο μου ποδήλατο που ήταν ρώσικης κατασκευής και είχε κάτι λάστιχα συμπαγή χωρίς αέρα τραντάζοντας με στην παραμικρή λακουβίτσα πίσω από το σπίτι μου, και περνούσα απέναντι στην παραλία, κρυφά από τον πατέρα μου που δεν μ’άφηνε,
για να φτάσω μέχρι τον Λευκό Πύργο και μετά πίσω ξανά χωρίς χέρια, ορθοπεταλιά.
Ήταν η εποχή και οι μέρες που ο Θερμαϊκός μύριζε ακόμα εκείνη την υπνωτική όμορφη μπόχα κλειστού, βουρκώδους αλλά όχι χεσμένου από την μετέπειτα χούντα κόλπου-βλέπετε είχαν την φαεινή και ελεεινή ιδέα να ρίξουν τους υπονόμους μέσα στη μήτρα του.
Ο μικρός λοιπόν αγέρωχος ποδηλάτης εφορμώντας εν είδη ρώσικου τανκς είχε στα δεξιά του το πάρκο όπου είχαν ήδη μαζευτεί όλες οι μαμάδες με τα παιδάκια τους, οι παππούδες με τις εφημερίδες τους, οι μεγαλοκυρίες της Β.Όλγας μετά των ευυπόληπτων συζύγων των, τα φτωχά νεανικά ζευγαράκια που έτρωγαν σπόρια αγναντεύοντας το επέκεινα του κόλπου σε μία ερωτική σιωπή.
Μπροστά του είχε τους μοναχικούς επερχόμενους διαβάτες συνήθως μεγάλης ηλικίας που περπατούσαν με βήμα σταθερό λόγω καρδιάς και βέβαια άλλους μαινόμενους μπόμπιρες που με καλύτερα ποδήλατα αυτοί και με χαρτάκι στις ακτίνες της ρόδας έτρεχαν δαιμονισμένοι αλά Hells Angels μινιατούρες πέρα δώθε σαν μύγες.
Στα αριστερά του είχε την θάλασσα με τους γλάρους να φλυαρούν ακατάπαυστα χαρούμενοι για τα δολώματα από το ψωμοτύρι που γλιστρούσαν από τους στωικούς αυτοσχέδιους ψαράδες που περίμεναν να πιάσουν κανένα βουρκόψαρο και καμάρωναν σαν γύφτικα σκερπάνια όταν έπιαναν κανένα κεφαλόπουλο.
Η απόσταση που είχα να διανύσω δεν ήταν μεγάλη, ωστόσο εμένα μου φαινόταν σαν να πήγαινα σε άλλο τόπο μακρινό, εγώ ήμουν μικρός κι ο κόσμος άρα μεγάλος, και καθώς πατούσα τα πετάλια με τα όντως δυνατά από τότε πόδια μου έριχνα ματιές προς το λιμάνι που αγκάλιαζε στοργικά τα βαπόρια του αλλά κι εκείνα τα γκαζάδικα που είχαν πετάξει άγκυρα μέσα στα βαθιά του Θερμαϊκού. Όταν είχε ειδικά κι εκείνον τον ελαφρύ βαρδαράκο όλα φαίνονταν ανάγλυφα εκεί μακριά στην Κατερίνη κι ένιωθα πως άγγιζα τον Όλυμπο που σηκωνόταν επιβλητικός μπροστά μου να μου θυμίσει πόσο μικρός του έπεφτα. Όλα φαίνονταν τόσο μακριά γι αυτό και μαγικά όπως το μέλλον που ανοιγόταν μπροστά μου. Έτρεχα φρέσκος μέσα στη ζωή.
Έσκυβα το κεφάλι για λίγο και μετρούσα τα πλακάκια της παραλίας και όταν το σήκωνα ήδη είχα φτάσει στο Φάληρο και μετά στην Αγία Τριάδα και μετά ξανά έβαζα όλα μου τα δυνατά και έπιανα την Ευζώνων πλησιάζοντας στον προορισμό μου. Φτάνοντας στον Λευκό Πύργο γύρω του ήταν μαζεμένοι εκείνοι οι κύριοι με τις λευκές φόρμες και με τις παμπάλαιες ήδη από τότε φωτογραφικές μηχανές με το τρίποδο. Έμοιαζαν με ζαχαροπλάστες ή γιατρούς ντυμένοι στα άσπρα και γύρευαν ακούραστα να σου βγάλουν μία φωτογραφία μπροστά από το φετίχ της πόλης μου.
Συνήθως ‘τσιμπούσαν’ κάτι φανταράκια επίσης συνήθως από την επαρχία τα περισσότερα, ξεσπιτωμένα και στέκονταν εκεί καμαρωτά με την ελπίδα πως δεν θα έβγαιναν με δυο κεφάλια και να την στείλουν στην καλή τους πίσω στο χουριό.
Εκεί έκανα μία στάση να πάρω σπόρια για την επιστροφή και κοντοστεκόμουνα δίπλα στην φωτογραφική μηχανή χαζεύοντας τις παλιές φωτογραφίες που ήταν κολλημένες πάνω της, κάτι σαν το portfolio των φωτογραφικών τους επιδόσεων.
Πρόσωπα παλιά, άντρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι, γέροι, κοπέλες σαν τα κρύα τα νερά και κάτι κακάσχημες ξερακιανές γεροντοκόρες, πρόσωπα, πρόσωπα, πρόσωπα. Τα κοιτούσα σαν υπνωτισμένος προσπαθώντας να βρω κάτι, να φανταστώ τις ζωές τους, από πού έρχονται και που πήγαιναν, αν πέθαναν ακριβώς μετά από τη φωτογράφηση.
Με έπιανε μία μελαγχολία γιατί καταλάβαινα ίσως ασυνείδητα πως όλοι αυτοί εκεί είχαν περάσει στη λήθη, ίσως γιατί μία φωτογραφία δεν σώζει την μνήμη, ίσως γιατί μία φωτογραφία την σκοτώνει, την παγώνει στον χρόνο. Με πλημμύριζε μία προσωρινή λύπη και καβαλούσα το βαρύ μου ποδήλατο για να γυρίσω πίσω στην ασφάλεια της γειτονιάς μου λες κι έφευγα από νεκροταφείο…
Γι αυτό δεν τους άφησα ποτέ να με φωτογραφήσουν. Δεν ήθελα να κρεμαστώ εκεί κι εγώ σαν φαγιούμ άλλης εποχής αρχαίας και νεκρής. Είχα τις δικές μου φωτογραφίες που γίνονταν σιγά-σιγά ταινίες, άλλες μεγάλου κι άλλες μικρού μήκους, κι έτσι μέχρι σήμερα πάλλονται και μιλάνε ακόμα ζωντανές κι άφθαρτες μέσα στην καρδιά μου.
Θα πεθάνουν όταν πεθάνω κι εγώ, αλλά και πάλι ίσως σωθούν περνώντας στις δικές σας.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ
Τραγουδοποιός/τραγουδιστής

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΤΟΥ

(ένα δόλιον κι μακάβριον ανάγνωσμα σε μορφή pulp fiction)

Η ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΦΛΩΡΟΥ

Ξύπνησε το πρωί με μία κακή διάθεση έχοντας φάει το προηγούμενο βράδυ ένα χαλασμένο σούσι που του είχε φέρει άσχημα όνειρα κι εφιάλτες βλέποντας τη μαμά του να του φωνάζει ‘Ντίμη, σκουπίσου γρήγορα με την πετσέτα σου γιατί θα σε πάρει εκείνος ο κύριος ο τριχωτός με το τάνγκα μαγιό’ ή μετά τον παππού του τον Αγησίλαο, έναν παλαβό πρώην στρατιωτικό που είχε την φαεινή ιδέα να το παίζει Γουλιέλμος Τέλλος και να τον σημαδεύει με το παιδικό τόξο που του είχε κατάσχει βάζοντας ένα μήλο στο κουρεμένο του κεφαλάκι, ξέρετε με εκείνα τα βέλη με την βεντούζα….

Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι του με μαλλί ανάστατο και μυαλό ακατάστατο κι άρχισε να τακτοποιεί βαρύθυμος τα πράγματά του πάνω στο αρτ ντεκό γραφείο του με το τελευταίας λέξης Mac του και το πιο ακριβό μοντέλο i-phone που είχε αγοράσει με μία από τις πάμπολλες κάρτες που είχε μαζέψει για να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μίας σύγχρονης και άνετης ζωής που υπαγόρευαν οι στοίβες από περιοδικά lifestyle που περικύκλωναν τον ζωτικό χώρο κίνησης στο δωμάτιό του κι ουχί μόνον αλλά ωσαύτως και αυτόν τον ύπνο του, όταν μεσονυχτίς έβγαιναν καρέ-καρέ οι διαφημίσεις και οι φωτό των κοσμικών γκαλά και έμπαιναν από τους ρώθωνές του στον ήδη τσουρουφλισμένο του εγκέφαλο και γαργαλούσαν σαδιστικά τους νευρώνες του.

Άνοιξε την ντουλάπα του και κοίταξε ποιό κοστουμάκι και ποιά γραβάτα ασορτί θα έβαζε για να πάει στην συνέντευξη για εκείνη την θέση στην ανταγωνίστρια διαφημιστική εταιρεία μπας και δεήσει να πάρει μεγαλύτερο μισθό για να ξοφλήσει τις κάρτες που ήταν χρεωμένες μέχρι τα μπούνια….

Το σούσι τον ενοχλούσε ακόμα και η καούρα στο στομάχι συνεχιζόταν βασανιστικά. Συνέχισε να ψάχνει και συνειδητοποίησε πως η αγαπημένη του γραβάτα έλειπε, εκείνη εκεί που ήταν ασορτί με το στυλάτο του Αρμάνι και τον έπιασε απελπισία…Με εκείνη την γραβάτα πάντα έπειθε ο Ντίμης, πάντα σαγήνευε στα meetings, με εκείνη την γραβάτα πάντα του έρχονταν καλύτερες ιδέες πώς να ξεγελάσει, μαγνητίσει τον τηλεθεατή με τα μεγαλύτερα ψέματα για τα χαρίσματα και προτερήματα του ενός ή του άλλου προϊόντος, από πάνες, σερβιέτες μέχρι και σουπλάν. Πανικοβλήθηκε κι άρχισε να πετάει έξω από την ντουλάπα όλα τα ρούχα, πουκάμισα, παντελόνια, καλτσοδέτες…Έψαχνε μανιωδώς σε κατάσταση υστερίας να βρει το μαγικό του ραβδάκι που το κρεμούσε στον όντως μακρύ, θηλυπρεπή λαιμό του κι άρχισε να ουρλιάζει, να καταριέται ξεχνώντας προς στιγμήν το ταγκιασμένο σούσι που είχε φάει το προηγούμενο βράδυ με την Σίσσυ, εκείνη την ξερακιανή συνάδελφό με τα οξυζενέ μαλλιά και το μπλαζέ υφάκι. Ξάφνου θυμήθηκε πως η μάνα του είχε περάσει από το σπίτι την προηγούμενη και είχε πάρει τ’άπλυτά του και έπαθε κρίση. Η ώρα είχε προχωρήσει και το ραντεβού ήταν σε μισή ώρα, κι αν υπολόγιζες και την κίνηση ήδη θα έπρεπε να ήταν φευγάτος…Το κινητό του ήταν απενεργοποιημένο και θυμήθηκε πως ήταν αφόρτιστο από χτες. Τα μηνίγγια του άρχισαν να χτυπάνε σαν άδειοι κάδοι απορριμμάτων και δίνει ένα σάλτο από την μία πλευρά του κρεβατιού στην άλλη για να τρέξει στο σταθερό που ήταν στο χολ να πάρει τη μάνα του…

Ο πήδος ήταν καλός, θα τον ζήλευε και αληθινός άλτης του εις μήκος γιατί οι καθημερινές του παρουσίες στο πολύ in gym της περιοχής του είχαν, βλέπετε, κάνει τη δουλίτσα τους. Με το πάτημα όμως του πέλματός του στο γλιστερό παρκέ-η μάνα του το είχε παρκετάρει προχτές-παραμόνευε ύπουλα το τελευταίο illustration τεύχος του μηνιαίου περιοδικού RICH AND FAMOUS και επειδή αυτά τα άτιμα άμα τα πατήσεις έστω και βάδην κινδυνεύεις με κάταγμα, ο φουκαράς ο Ντίμης γλίστρησε και με τη φόρα που είχε, σκάει με το πίσω μέρος της κεφαλής του στο άκρη του κρεβατιού και μένει στον τόπο χάσκοντας με απορία στο υπερπέραν πια. Επιμύθιον 1. Το lifestyle δεν προκαλεί μόνο stress αλλά ως εκ τούτου σκοτώνει κιόλας. Επιμύθιον 2. Μην πατάτε πάνω σε illustration περιοδικά. Επιμύθιον 3. Μην τρώετε σούσι και δη ταγκιασμένο συνοδεία οξυζενέ υπάρξεων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ

Τραγουδοποιός/τραγουδιστής….άντε κι ολίγον γραφιάς ενίοτε…